Οι εμπορικές διαβουλεύσεις Κίνας–ΕΕ υιοθετούν πιο πρακτική προσέγγιση, εστιασμένη στα προβλήματα

(Λαϊκή Καθημερινή Online)Τετάρτη 14 Οκτωβρίου 2026

Η δεύτερη συνεδρίαση του μηχανισμού διαβουλεύσεων Κίνας–ΕΕ για το εμπόριο και τις επενδύσεις, που πραγματοποιήθηκε στο Πεκίνο στις 8 και 9 Οκτωβρίου, ολοκληρώθηκε με κατάλογο συμφωνηθέντων αποτελεσμάτων και συγκλίσεων. Τα θέματα που καλύφθηκαν περιλάμβαναν το εμπόριο αυτοκινήτων, την πρόσβαση στην αγορά, τους ελέγχους στις εξαγωγές και άλλα ζητήματα. Σε μια περίοδο αυξανόμενων εμπορικών εντάσεων, η συνάντηση ήταν κάτι περισσότερο από μια ευκαιρία για διάλογο. Έδειξε ότι η διαχείριση των οικονομικών σχέσεων Κίνας–ΕΕ στρέφεται προς μια πιο πρακτική, εστιασμένη στα προβλήματα προσέγγιση: εντοπισμό συγκεκριμένων διαφορών, εξέταση πιθανών λύσεων και διαμόρφωση πλαισίου για περαιτέρω διαπραγματεύσεις.

Αυτή η αλλαγή έχει σημασία, καθώς ο ανταγωνισμός έχει αναδειχθεί σε όλο και πιο έντονο χαρακτηριστικό των οικονομικών σχέσεων Κίνας–ΕΕ. Η ΕΕ έχει επιβάλει πρόσθετους αντισταθμιστικούς δασμούς στα κινεζικά ηλεκτρικά οχήματα, έχει εντείνει τον έλεγχο των ξένων επιδοτήσεων και έχει θέσει τις κρίσιμες πρώτες ύλες και την ασφάλεια των εφοδιαστικών αλυσίδων στο επίκεντρο της ατζέντας της για την οικονομική ασφάλεια.

Με φόντο την υποτονική ανάπτυξη στην Ευρώπη και τις μεταβαλλόμενες εμπορικές πολιτικές των ΗΠΑ, οι ανησυχίες για τις εμπορικές ανισορροπίες και την ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής βιομηχανίας έχουν αποκτήσει μεγαλύτερη βαρύτητα στη στάση της ΕΕ απέναντι στην Κίνα. Η Κίνα, από την πλευρά της, έχει εκφράσει ανησυχίες για τους εμπορικούς περιορισμούς της ΕΕ και έχει τονίσει την ανάγκη προστασίας των νόμιμων εμπορικών συμφερόντων της. Οι διαφορές αυτές είναι σημαντικές, αλλά δεν χρειάζεται να εμποδίσουν την πρόοδο σε επιμέρους εμπορικά ζητήματα.

Στη συνάντηση σημειώθηκε πρόοδος σε αρκετά συγκεκριμένα εμπορικά ζητήματα, με το εμπόριο αυτοκινήτων να αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα. Η Κίνα και η ΕΕ κατέληξαν σε συνεννόηση για το εμπόριο υβριδικών οχημάτων, σύμφωνα με τους κανόνες του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου (ΠΟΕ), και συμφώνησαν να συνεχίσουν τις σχετικές διαδικασίες που αφορούν τις δεσμεύσεις των εταιρειών ως προς τις τιμές και τις επανεξετάσεις στο πλαίσιο της έρευνας της ΕΕ για τις επιδοτήσεις κινεζικών ηλεκτρικών οχημάτων.

Στις 12 Οκτωβρίου, το υπουργείο Εμπορίου της Κίνας έδωσε περισσότερες λεπτομέρειες για τη συνεννόηση σχετικά με τα υβριδικά οχήματα. Επικαλούμενο στοιχεία της Eurostat, ανέφερε ότι οι εισαγωγές υβριδικών οχημάτων από την Κίνα στην ΕΕ αυξήθηκαν από 107.000 το 2024 σε 302.000 το 2025. Οι δύο πλευρές συμφώνησαν σε μια ρύθμιση με βάση το επίπεδο εμπορίου του 2025, η οποία αφήνει περιθώρια για περαιτέρω αύξηση των κινεζικών εξαγωγών προς την ΕΕ. Η ρύθμιση ακολουθεί επίσης την αρχή της μη διάκρισης, καθώς η ποσόστωση της Κίνας δεν θα είναι μικρότερη από εκείνη οποιασδήποτε άλλης χώρας ή πηγής εισαγωγών στην ΕΕ. Σύμφωνα με το υπουργείο, η πρόοδος δείχνει ότι η Κίνα και η ΕΕ περνούν από τις γενικές συνεννοήσεις στην εξέταση των λεπτομερειών για τους όγκους του εμπορίου, τις ποσοστώσεις και τους εφαρμοστέους κανόνες, αναζητώντας εφαρμόσιμες λύσεις σε συγκεκριμένες διαφορές.

Πρόοδος σημειώθηκε επίσης σε ζητήματα δασμών, πρόσβασης στην αγορά και ελέγχων στις εξαγωγές. Οι δύο πλευρές συμφώνησαν να συνεχίσουν να εξετάζουν πιθανές μειώσεις δασμών σε ορισμένα προϊόντα στο πλαίσιο του ΠΟΕ και να διατηρήσουν τον διάλογο για την πρόσβαση ιατροτεχνολογικών προϊόντων στην αγορά. Όσον αφορά τους ελέγχους στις εξαγωγές, η Κίνα συμφώνησε να συνεχίσει να διευκολύνει την έκδοση αδειών εξαγωγής σπάνιων γαιών και μόνιμων μαγνητών με προορισμό την ΕΕ, μέσω του υφιστάμενου μηχανισμού ταχείας διεκπεραίωσης. Η ΕΕ, από την πλευρά της, δεσμεύτηκε να συνεργαστεί με τα κράτη μέλη για την αντιμετώπιση υποθέσεων προτεραιότητας που αφορούν άδειες εξαγωγής αγαθών διπλής χρήσης προς την Κίνα. Παρότι οι υφιστάμενοι έλεγχοι στις εξαγωγές παραμένουν σε ισχύ, οι προσπάθειες αυτές θα μπορούσαν να συμβάλουν στην άρση των καθυστερήσεων στην έκδοση αδειών, στη βελτίωση της επικοινωνίας μεταξύ των ρυθμιστικών αρχών και στην αύξηση της προβλεψιμότητας του διασυνοριακού εμπορίου.

Αυτό που ξεχωρίζει στη συνάντηση είναι η έμφαση στις πρακτικές λεπτομέρειες για την επίλυση εμπορικών διαφορών. Αντί να επιδιώξουν συμφωνία για τις ευρύτερες διαφωνίες γύρω από τη βιομηχανική πολιτική και την οικονομική ασφάλεια, η Κίνα και η ΕΕ επικεντρώθηκαν σε ζητήματα όπου οι διαπραγματεύσεις θα μπορούσαν να αποφέρουν απτά αποτελέσματα. Σε αυτά περιλαμβάνονταν η διεκπεραίωση των υφιστάμενων εμπορικών διαδικασιών, η αντιμετώπιση ανησυχιών σχετικά με τις άδειες και ο εντοπισμός πεδίων για περαιτέρω διαπραγματεύσεις. Καμία πλευρά δεν χρειάστηκε να αλλάξει την ευρύτερη πολιτική της θέση. Οι συνομιλίες έδειξαν, ωστόσο, ότι μπορεί να σημειωθεί πρόοδος σε επιμέρους ζητήματα ακόμη και όταν εξακολουθούν να υπάρχουν θεμελιώδεις διαφωνίες.

Οι δύο πλευρές συμφώνησαν επίσης σε χρονοδιάγραμμα για τις επόμενες διαβουλεύσεις: μια βιντεοδιάσκεψη σε υπουργικό επίπεδο τον Ιανουάριο του 2027 και μια τρίτη συνεδρίαση τον Μάρτιο του 2027. Οι συναντήσεις αυτές θα δώσουν την ευκαιρία να αξιολογηθεί η πρόοδος, να αντιμετωπιστούν τα εκκρεμή ζητήματα και να αξιοποιηθούν οι συνεννοήσεις που επιτεύχθηκαν στο Πεκίνο. Σε σύνθετες εμπορικές διαφορές, η σταθερή επικοινωνία είναι συχνά εξίσου σημαντική με την αρχική συμφωνία. Οι τακτικές διαβουλεύσεις μπορούν να αποτρέψουν την κλιμάκωση των άλυτων ζητημάτων σε ευρύτερες εντάσεις.

Ωστόσο, η συνάντηση δεν θα πρέπει να θεωρηθεί ότι επιλύει τις διαρθρωτικές διαφορές μεταξύ Κίνας και ΕΕ. Οι διαφωνίες για τις επιδοτήσεις, την πρόσβαση στην αγορά και την οικονομική ασφάλεια παραμένουν, ενώ ο αντίκτυπός τους στο διμερές εμπόριο δύσκολα θα υποχωρήσει σύντομα. Η πιο άμεση δοκιμασία θα είναι το κατά πόσο οι συνεννοήσεις που επιτεύχθηκαν στο Πεκίνο θα οδηγήσουν σε ουσιαστική πρόοδο, ιδίως στο εμπόριο αυτοκινήτων και στην έκδοση αδειών εξαγωγής.

Οι διαβουλεύσεις αποτελούν, επομένως, ένα εποικοδομητικό μήνυμα για τις οικονομικές σχέσεις Κίνας–ΕΕ. Σημασία έχει τόσο ο κατάλογος των συμφωνηθέντων αποτελεσμάτων και συγκλίσεων όσο και η προθυμία των δύο πλευρών να εξετάσουν τις λεπτομέρειες των διαφορών τους και να επιδιώξουν λύσεις μέσω καθιερωμένων μηχανισμών. Αν αυτή η προσέγγιση συνεχιστεί και αποφέρει απτά αποτελέσματα, θα μπορούσε να συμβάλει στον περιορισμό των εμπορικών τριβών, στη βελτίωση της προβλεψιμότητας και στη διαμόρφωση μιας πιο σταθερής βάσης για τις οικονομικές σχέσεις Κίνας–ΕΕ.