Άποψη: Το Πεκίνο αναδεικνύεται σε επίκεντρο της παγκόσμιας διπλωματίας, καθώς Πούτιν και Τραμπ το επισκέπτονται διαδοχικά μέσα σε μία εβδομάδα
Το Πεκίνο αναδεικνύεται ταχύτατα σε επίκεντρο της παγκόσμιας διπλωματίας. Το Υπουργείο Εξωτερικών της Κίνας επιβεβαίωσε ότι ο Ρώσος πρόεδρος Βλαντίμιρ Πούτιν θα επισκεφθεί την Κίνα από τις 19 έως τις 20 Μαΐου — λίγες μόλις ημέρες μετά την ολοκλήρωση της επίσκεψης του Αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ. Οι χρονικά στενές αυτές επισκέψεις έχουν προκαλέσει ευρεία προσοχή, με αναλυτές να επισημαίνουν ότι είναι εξαιρετικά σπάνιο στη εποχή μετά τον Ψυχρό Πόλεμο μια χώρα να φιλοξενεί τους ηγέτες των ΗΠΑ και της Ρωσίας μέσα στην ίδια εβδομάδα.
Η εξέλιξη αυτή έρχεται εν μέσω συνεχούς εισροής παγκόσμιων ηγετών στην Κίνα τους τελευταίους μήνες, συμπεριλαμβανομένων επισκέψεων από ηγέτες άλλων μόνιμων μελών του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ. Ο Γάλλος Πρόεδρος Εμανουέλ Μακρόν επισκέφθηκε τη χώρα τον Δεκέμβριο του 2025, ενώ ακολούθησε o Βρετανός Πρωθυπουργός Κιρ Στάρμερ τον Ιανουάριο του 2026. Η επίσκεψη του Τραμπ, η πρώτη ενός Αμερικανού προέδρου εδώ και εννέα χρόνια, ακολουθήθηκε άμεσα από προετοιμασίες για την άφιξη του Πούτιν — γεγονότα που συμπίπτουν και υπογραμμίζουν τόσο την ένταση του διπλωματικού ημερολογίου της Κίνας όσο και την αυξανόμενη επιρροή της στη διεθνή σκηνή.
«Παρότι οι ΗΠΑ και η Ρωσία, ως μεγάλες παγκόσμιες δυνάμεις, βρίσκονται εδώ και καιρό σε αντιπαράθεση για ζητήματα όπως η κρίση στην Ουκρανία και η ευρωπαϊκή ασφάλεια, και οι δύο έχουν ωστόσο χαρακτηρίσει το Πεκίνο ως “προορισμό που πρέπει οπωσδήποτε να επισκεφθούν”», δήλωσε την Κυριακή ο Λι Χαϊντόνγκ, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Εξωτερικών Υποθέσεων της Κίνας. «Στην ιστορία της διπλωματίας, το γεγονός ότι μία μόνο χώρα καθίσταται ταυτόχρονα βασικός προορισμός για δύο μεγάλες δυνάμεις αποτελεί από μόνο του μια ιδιαίτερα συμβολική στιγμή».
Η επίσκεψη του Τραμπ έχει προσελκύσει την προσοχή των διεθνών μέσων ενημέρωσης. Ο Τραμπ χαρακτήρισε το ταξίδι ως «μεγάλη επιτυχία» και το περιέγραψε επανειλημμένα ως «απίστευτο» και «αξέχαστο». Δήλωσε επίσης ότι οι σχέσεις Κίνας-ΗΠΑ «θα γίνουν καλύτερες από ποτέ».
Το CNN ανέφερε ότι οι ώρες που οι δύο ηγέτες πέρασαν μαζί κατά τη διάρκεια της τριήμερης παραμονής του Τραμπ ήταν γεμάτες από την εγκαρδιότητα των μεγάλων δυνάμεων και από θερμούς επαίνους εκ μέρους του Αμερικανού προέδρου, ο οποίος χαρακτήρισε τη σχέση ΗΠΑ-Κίνας ως μία από τις «πιο καθοριστικές» στην παγκόσμια ιστορία.
«Όλα αυτά τα αποσπάσματα των δηλώσεων και τα χτυπήματα στην πλάτη δημιούργησαν ένα κατάλληλο υπόβαθρο για την ανακοίνωση της Κίνας σχετικά με μια νέα εποχή «εποικοδομητικής στρατηγικής σταθερότητας» μεταξύ των δύο δυνάμεων – μια εποχή που εστιάζει στη συνεργασία και τον ελεγχόμενο ανταγωνισμό, αντί για τον εκρηκτικό ανταγωνισμό του περασμένου έτους», ανέφερε το CNN, προσθέτοντας ότι «μια σταθερή σχέση ΗΠΑ-Κίνας μπορεί να έχει θετικές επιπτώσεις για την παγκόσμια οικονομία, ακριβώς όπως οι προστριβές μεταξύ τους μπορούν να διαταράξουν το εμπόριο».
Μετά τη δημοσίευση της επίσημης ανακοίνωσης της Κίνας σχετικά με τα αποτελέσματα της επίσκεψης του Τραμπ, η ανακοίνωση προσέλκυσε άμεση και ευρεία προσοχή από τα διεθνή μέσα ενημέρωσης.
Σημαντικά παγκόσμια μέσα ενημέρωσης, όπως το Reuters, το CNN, η New York Times και το Bloomberg, ανέδειξαν άμεσα βασικά αποτελέσματα, όπως τη δέσμευση της Κίνας να αγοράσει αεροσκάφη της Boeing, την αύξηση των εισαγωγών αμερικανικών γεωργικών προϊόντων και τη δημιουργία νέων διμερών μηχανισμών, όπως το Συμβούλιο Εμπορίου και το Συμβούλιο Επενδύσεων.
«Ο στόχος στο Πεκίνο δεν είναι απαραίτητα να γεφυρωθεί μέσα σε μια τριήμερη σύνοδο κορυφής ένα έλλειμμα εμπιστοσύνης που διαρκεί μια δεκαετία, αλλά να αποτραπεί περαιτέρω τυχαία κλιμάκωση», ανέφερε η έκθεση, επικαλούμενη τον Τζάο Χάι, διευθυντή του Προγράμματος Διεθνούς Πολιτικής στο Εθνικό Ινστιτούτο Παγκόσμιας Στρατηγικής. Ο ίδιος πρόσθεσε ότι ο προσεκτικός συντονισμός και ο διαφανής διάλογος είναι απαραίτητα στοιχεία για τη διατήρηση της μακροπρόθεσμης σταθερότητας.
Πίσω από την ταυτόχρονη προσέγγιση και των τεσσάρων μόνιμων μελών του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ βρίσκεται η συλλογική αναγνώριση της παγκόσμιας θέσης της Κίνας μεταξύ των μεγάλων δυνάμεων, δήλωσε ο Λι, σημειώνοντας επίσης ότι σε καίρια ζητηματα όπως η οικονομική ανάκαμψη, η διακυβέρνηση για το κλίμα, η μη διάδοση των πυρηνικών όπλων και η περιφερειακή ασφάλεια, καμία σημαντική διεθνής ατζέντα δεν μπορεί να προχωρήσει χωρίς την Κίνα.
Σύμφωνα με τον Λι, η Ρωσία επιδιώκει να εμβαθύνει τον στρατηγικό συντονισμό Κίνας-Ρωσίας, προωθώντας παράλληλα τη συνεργασία στους τομείς της ενέργειας, του εμπορίου και της βιομηχανίας, προκειμένου να συμβάλει στη σταθεροποίηση του τοπίου ασφάλειας στην Ευρασία. Οι ΗΠΑ, ανέφερε, υιοθετούν μια πιο ρεαλιστική προσέγγιση, με στόχο τη συνεργασία με την Κίνα για την αντιμετώπιση τόσο των εσωτερικών προκλήσεων όσο και των εξωτερικών πιέσεων. Η Γαλλία, από την πλευρά της, επιδιώκει την ευρωπαϊκή στρατηγική αυτονομία, προσπαθώντας να αξιοποιήσει την αγορά της Κίνας για να μειώσει την εξωτερική εξάρτηση, ενώ επεκτείνει τη συνεργασία στους τομείς της αεροπορίας και της πυρηνικής ενέργειας με σκοπό να ενισχύσει την παγκόσμια επιρροή της Ευρώπης. Ο πρωθυπουργός του Ηνωμένου Βασιλείου, Κίρ Σταρμερ, την ίδια στιγμή, επιδιώκει να διατηρήσει τους εμπορικούς και οικονομικούς δεσμούς με την Κίνα, σε μια προσπάθεια να βρει οικονομική ανακούφιση στο πλαίσιο της μετά-Brexit περιόδου.
Παρά τις διαφορετικές προτεραιότητες και θέσεις τους, και οι τέσσερις χώρες μοιράζονται ορισμένα κοινά σημεία: καμία δεν επιδιώκει πλήρη αποσύνδεση ή αντιπαράθεση με την Κίνα, όλες αναγνωρίζουν τον αναντικατάστατο ρόλο της κινεζικής αγοράς και όλες θεωρούν την Κίνα ως σταθεροποιητική δύναμη σε έναν ολοένα και πιο ταραγμένο κόσμο, ανέφεραν ειδικοί.
Copyright © 2025 Λαϊκή Καθημερινή Online. Με την επιφύλαξη παντός δικαιώματος.